Η ομιλία του Υφυπουργού Προστασίας του Πολίτη Μανώλη Όθωνα στο Εθνικό Συμβούλιο του ΠΑΣΟΚ:
"Συντρόφισσες και Σύντροφοι,
επέλεξα να μιλήσω προς το τέλος της διαδικασίας, ελπίζοντας ότι η σειρά των ομιλιών και των παρεμβάσεων που θα προηγούντο, θα διασκέδαζαν την ανησυχία μου, την αγωνία μου και τους προβληματισμούς μου. Δυστυχώς, αυτό δε συνέβη, αφού είτε άμεσα είτε έμμεσα, ευθέως ή υπαινικτικά, μπροστά ή πίσω από τις λέξεις, η ίδια αγωνία, η ίδια ανησυχία, οι ίδιοι προβληματισμοί συνυπήρχαν σε όλες τις ομιλίες που ακούστηκαν εδώ μέσα χθες και σήμερα.
Σε τι συνίσταται αυτή η ανησυχία; Στο ότι στο πράγματι μεγάλο πολιτικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η παράταξη προστέθηκε και ένα διαδικαστικό αδιέξοδο. Πολιτικό πρόβλημα και διαδικαστικό αδιέξοδο που λειτουργούν αθροιστικά, αλληλοτροφοδοτούνται και επιβαρύνει το ένα το άλλο.
Καταφέραμε να δημιουργήσουμε μια πολιτική άσκηση άλυτη πια, γιατί δεν υπάρχει καμιά λύση που να μην δημιουργεί ένα καινούριο πρόβλημα. Είτε γιατί αφυδατώνει πολιτικά τη διαδικασία εκλογής προέδρου στο ΠΑΣΟΚ, πράγμα ανεπίτρεπτο μετά από όσα προηγήθηκαν τα δύο χρόνια που πέρασαν, είτε λόγω ασφυκτικού χρονοδιαγράμματος, είτε γιατί, που είναι και το σοβαρότερο για μένα, δημιουργεί αναπόφευκτες παρενέργειες κυβερνητικής και πολιτικής αστάθειας που μπορεί να είναι μοιραίες για την πορεία της χώρας.
Πώς και γιατί φτάσαμε όμως εδώ; Για να φτάσουμε εδώ συνέβαλαν τρεις διαφορετικές πολιτικές στάσεις, αποφάσεις και συμπεριφορές. Η πρώτη αφορά την καταρχήν απόφαση του Προέδρου να μην ασκήσει όχι το δικαίωμά του, αλλά την υποχρέωσή του να υπερασπιστεί ως πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ την προσπάθειά του, την προσπάθεια της κυβέρνησής του, την προσπάθεια της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΠΑΣΟΚ, αυτήν την προσπάθεια που περιέγραψε χθες ενώπιον του ελληνικού λαού. Και η απόφασή του μάλιστα αυτή δεν συνδυάστηκε, τουλάχιστον, με την άμεση εκκίνηση των διαδικασιών εκλογής νέου προέδρου.
Η δεύτερη πολιτική στάση που συνέτεινε στο πρόβλημα αφορά τη σπουδή διαδόχων. Σπουδή που συνδυάστηκε- συμπτωματικά άραγε;- με την προσπάθεια εκείνων των ισχυρών συστημάτων παραεξουσίας που επιδιώκουν την με συνοπτικές διαδικασίες πολιτική απέλαση του Γιώργου Παπανδρέου από τη χώρα.
Η τρίτη παράμετρος αφορά την ατολμία όλων ημών των υπολοίπων, οι οποίοι δεν παρεμβήκαμε έγκαιρα να αποτρέψουμε αυτήν την εξέλιξη, περιμένοντας σχεδιασμούς και οδηγίες από υπαρκτά ή μήπως ανύπαρκτα διευθυντήρια και ιερατεία. Εδώ βέβαια, εξαιρούνται οι διαχρονικά και σταθερά «υπεύθυνοι μετάβασης», που σχεδόν κατ’επάγγελμα φροντίζουν για την «ομαλή μετάβαση» από τον έναν πρόεδρο στον άλλο, αναπαράγοντας τους προσωπικούς τους ρόλους και θωρακίζοντας μια τριακονταετή περίπου άκαμπτη κομματική επετηρίδα.
Το αποτέλεσμα είναι να κινδυνεύουμε σήμερα να απωλέσουμε το ένα και μοναδικό συγκριτικό μας πλεονέκτημα το οποίο δεν αμφισβητεί κανείς, ακόμα και οι πολιτικοί μας αντίπαλοι, ακόμα και οι πολίτες που είναι θυμωμένοι και οργισμένοι από τις δυσκολίες, που περνάνε.
Το γεγονός δηλαδή ότι το ΠΑΣΟΚ ήταν όλο αυτό το κρίσιμο για τη χώρα διάστημα η μόνη δύναμη πολιτικής σταθερότητας, η μόνη δύναμη πολιτικής ευθύνης, η μόνη δύναμη που δεν δίστασε να αναλάβει την ευθύνη και το κόστος διαχείρισης μιας πρωτόγνωρα δύσκολης κατάστασης για τη χώρα.
Έτσι αντί σήμερα να δείχνουμε τον Αντώνη Σαμαρά και τη Νέα Δημοκρατία ως δύναμη πολιτικής ανευθυνότητας και αστάθειας λόγω της βιασύνης του να γίνει υποτίθεται πρωθυπουργός, να επιτρέπουμε να δείχνουν εμάς, επειδή κάποιοι βιάζονται να γίνουν υποτίθεται αρχηγοί.
Αυτή η συζήτηση εκτός του ότι δεν αφορά τους πολίτες και την κοινωνία που έχουν άλλες αγωνίες και άλλες προτεραιότητες, με ικανοποίηση διαπιστώνω ότι δεν αφορά και ευτυχώς πολλούς και εδώ μέσα και είμαι ένας από αυτούς.
Εξάλλου αρκετοί προβλέπουν και σωστά προβλέπουν ότι όλα αυτά που θα αποφασίσουμε σήμερα έχουν ελάχιστες πιθανότητες εφαρμογής.
Τι μας αφορά όμως όλους, αν θέλουμε να αντιστοιχίσουμε τη δική μας στάση σήμερα με τις ανάγκες της χώρας και τις αγωνίες και απαιτήσεις των πολιτών; Μας αφορά να διασφαλίσουμε τη σταθερότητα της πορείας της χώρας.
Γι’αυτό πιστεύουμε αρκετοί ότι το ΠΑΣΟΚ πρέπει να πάρει την πολιτική πρωτοβουλία να προτείνει την παράταση της κυβερνητικής θητείας μιας κυβέρνησης συνεργασίας, μιας κυβέρνησης ξανά ιστορικής ευθύνης, θα έλεγα και ιστορικής ανάγκης και αυτό όχι βέβαια επειδή δίνει διέξοδο στα διαδικαστικά μας κομματικά αδιέξοδα ούτε γιατί βέβαια κάποιοι από εμάς επιθυμούν να παρατείνουν την ούτως ή άλλως επώδυνη κυβερνητική τους θητεία αυτό το διάστημα.
Κι εδώ χρειάζεται προσοχή. Δεν εισηγείται κανείς ούτε καμιά θεσμική εκτροπή ούτε βέβαια καμία συμπεριφορά, όπως έσπευσε η Νέα Δημοκρατία δια του κυρίου Μιχελάκη, να χαρακτηρίσει ως «πολιτική απάτη». Υπήρξε υπό τα δεδομένα μιας συγκεκριμένης συγκυρίας τον προηγούμενο Νοέμβριο η συμφωνία τριών τότε κομμάτων να σχηματιστεί η κυβέρνηση Παπαδήμου με ένα πλαίσιο σκοπού, ρόλου με κατάληξη την προσφυγή στις εκλογές, όταν οι ανελαστικές προϋποθέσεις υλοποίησης της συμφωνίας της 27ης Οκτωβρίου θα είχαν εκπληρωθεί.
Αυτό όμως, σε καμία περίπτωση, κατά τη γνώμη μου, δεν απαγορεύει στο ΠΑΣΟΚ να αναλάβει την πολιτική πρωτοβουλία διατύπωσης μιας νέας πρότασης που θα απευθύνει στο σύνολο των κομμάτων για τη δημιουργία, προφανώς μίας άλλης σύνθεσης κυβερνητικού σχήματος υπό τον Λουκά Παπαδήμο, όπου η εκπροσώπηση των κομμάτων που θα συμμετέχουν θα είναι αναλογικότερη της κοινοβουλευτικής τους δύναμης, θα αφορά το σύνολο των κομμάτων, ακόμα κι εκείνων που είτε αποκλείστηκαν από τα βέτο στις συζητήσεις του Νοεμβρίου, είτε και άλλων που δίστασαν στις τότε συνθήκες να πάρουν την απόφαση συμμετοχής.
Αυτό δε ίσως θα ήταν ευκολότερο να συμβεί τότε που τα πλέον αντιδημοφιλή και δύσκολα μέτρα ως προϋπόθεση υλοποίησης του νέου χρηματοδοτικού προγράμματος της μείωσης του ελληνικού χρέους θα έχουν ήδη ολοκληρωθεί.
Προφανώς η πολιτική αυτή πρωτοβουλία του ΠΑΣΟΚ θα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αποδοχή της πρότασής του από τα πολιτικά κόμματα, πρωτίστως από τη Νέα Δημοκρατία, αλλά όχι μόνο. Και εν πάση περιπτώσει, εάν δεν τελεσφορήσει θα έχουμε κάνει το χρέος μας, θα έχουμε εκφράσει όχι μόνο απλά τη βούληση, αλλά την απαίτηση της συντριπτικής πλειοψηφίας των πολιτών αυτή τη στιγμή. Και άλλοι θα αναλάβουν την ευθύνη απόρριψής της.
Γιατί οι πολίτες ζητούν πολιτική σταθερότητα, εθνική συνεννόηση και συνεργασία, πέρα του πρώτου τριμήνου του 2012 και γιατί αυτό ούτως ή άλλως θα το επιβάλουν δια της έκφρασης της λαϊκής κυριαρχίας στις επόμενες εκλογές;
Γιατί οι πολίτες καταλαβαίνουν ότι με την υλοποίηση της συμφωνίας, το κούρεμα του χρέους, την έγκριση της νέας δανειακής σύμβασης και την εξασφάλιση των δανειακών αναγκών της χώρας μέχρι το 2015, γίνεται ένα σημαντικό βήμα, πατάμε το σανίδι, αλλά υπάρχει ο κίνδυνος το επόμενο βήμα να γίνει ένα βήμα στο κενό, εάν δεν υπάρξει αυτή η συνεννόηση, η συνευθύνη και συνέργεια σε μια πολύ συγκεκριμένη ατζέντα θεμάτων τα οποία οι μονοκομμματικές κυβερνήσεις ιστορικά αποδείχθηκαν αδύναμες να διαχειριστούν.
Ο κατάλογος αυτός είναι μακρύς. Ενδεικτικά μόνο, γιατί δεν υπάρχει ο χρόνος, θα μπορούσε κανείς να αναφέρει καταρχήν πρώτα και πριν απ’όλα την έγκαιρη και αποτελεσματική εφαρμογή όλων εκείνων που ήδη έχουμε νομοθετήσει και πολύ περισσότερο εκείνων που Φεβρουάριο-Μάρτιο θα νομοθετήσουμε. Και ξέρουμε τι δυσκολίες έχει αυτό και υπάρχει νομίζω επώδυνη εμπειρία από τα προηγούμενα δυο χρόνια.
Εδώ θα μπορούσε να προσθέσει κανείς την σωστή διακομματική επεξεργασία του εθνικού φορολογικού συστήματος που δεν είμαι βέβαιος ότι μέσα στη δίνη των δέκα εβδομάδων που θα ακολουθήσουν θα υπάρχει δυνατότητα να ολοκληρωθεί, όπως πρέπει.
Θα μπορούσε να προσθέσει κανείς την υλοποίηση, την πρακτική εφαρμογή του ολοκληρωμένου προγράμματος διαχείρισης μεταναστευτικών ροών στη χώρα. Το δεύτερο μεγαλύτερο πρόβλημα μετά την οικονομία, που αντιμετωπίζει αυτή η χώρα. Έχοντας επιτέλους για πρώτη φορά νέες υπηρεσίες και ολοκληρωμένο πλέγμα παρεμβάσεων σε όλα τα αίτια που δημιουργούν το πρόβλημα και το καλύτερο δυνατό σχέδιο διαχείρισής του. Που όμως έχει απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεσματικής εφαρμογής του την ευρύτερη δυνατή πολιτική στήριξη και τις συναινέσεις τοπικών κοινωνιών, διαφορετικά θα μείνει ένα πάρα πολύ καλό σχέδιο επί χάρτου.
Η πρόκληση αλλαγής του εκλογικού νόμου για την αποδέσμευση της Πολιτικής και των πολιτικών από ένα πλέγμα ασφυκτικών εξαρτήσεων
Φίλες και Φίλοι,
δεν ξέρω αν σας φαίνονται πεζά ή συντηρητικά αυτά που είπα. Όμως η πραγματικότητα στον κόσμο, στην Ευρώπη, στην Ελλάδα είναι Δεξιά. Κι εμείς πρέπει να την αλλάξουμε. Πρέπει να την αλλάξουμε όμως με πολιτική εφαρμόσιμη, με ρεαλιστικές προσεγγίσεις, μη συγκρουόμενοι πια με την αλήθεια του αυτονόητου κα την κοινή λογική, λαμβάνοντας υπόψιν και διαμορφώνοντας τους πολιτικούς συσχετισμούς στην Ευρώπη και στην Ελλάδα. Όλα τα υπόλοιπα ας τα αφήσουμε στην Αλέκα και τον Αλέξη.
Σας ευχαριστώ".